Poetry

 

 

«Κύριε η αγάπη πέθανε…»
Γράφει η Μάρθα Παπαδόπουλου

Για την ποιητική συλλογή «Οδός Ναυπλίου»,
του Διονύση Ξένου,

Σε καιρούς που ο συναισθηματικός κόσμος των ανθρώπων συρρικνώνεται, που ο έρωτας ευτελίζετε, πωλείται ή αγοράζεται, που η δυσπιστία και η υποκρισία μας αναγκάζουν στο να παραμείνουμε μεταξύ μας ουσιαστικά ξένοι, -πιο ξένοι απ’ ό,τι πριν συναντηθούμε- πήρα στα χέρια μου μια ποιητική συλλογή, που με γοήτευσε με την αλήθεια, τη διαύγεια, τη θερμότητα και την αγνότητα των αισθημάτων της. Πρόκειται για το βιβλίο «Οδός Ναυπλίου», του Διονύση Ξένου, ποιήματα για μια απουσία από τις εκδόσεις ΑΩ. Η ποίησή του έχει τον αυθορμητισμό και την αυθεντικότητα της εσωτερικής του φλόγας. Δεν διστάζει σε έναν τόνο εξομολογητικό και κλίμα μελαγχολίας να εκτεθεί. Το λυρικό ποιητικό Εγώ δίνει την εντύπωση πως εσωστρέφεται, πως προσπερνά την έννοια του ακροατηρίου ή του αναγνώστη, εξαντικειμενίζει το υποκειμενικό του βίωμα, εκφράζει τα συναισθήματά του μέσα σε ένα επικοινωνιακό κενό και αυτό ισοδυναμεί με την πρόθεση ή, γενικότερα, τη διάθεσή του να μιλήσει, όχι σε κάποιον άλλον, αλλά πρωτίστως στον εαυτό του. Τα ποιήματα του Διονύση Ξένου έχουν αισθητική, διότι έχει επιτύχει την εξισορρόπηση του λυρισμού και του πληθωρικού συναισθήματος με τον λιτό λόγο. Καταγράφει τις εσωτερικές του αναζητήσεις και τα βιώματά του είναι ειλικρινή. Το συγκινησιακό, το απόλυτο, το εξιδανικευμένο ελκύουν τον ποιητή. Συναντάμε λοιπόν έναν έρωτα που ανθίζει και μεταμορφώνει την ύπαρξη, την ανάταση των ψυχών, την ονειροπόληση στην ομίχλη, την απουσία έπειτα του αγαπημένου προσώπου που σημαδεύει και στιγματίζει, τις αναδρομές του ποιητικού υποκειμένου στο παρελθόν προκειμένου να διαφυλάξει τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, των οποίων υπήρξε μάρτυρας και πρωταγωνιστής, τάσεις φυγής απ’ την πραγματικότητα. Όλα αυτά μέσα σ’ ένα υποβλητικό σκηνικό ρομαντισμού άλλοτε με εικόνες κυριολεκτικές, που γίνονται αντιληπτές μέσω των αισθήσεων και άλλοτε με εικόνες μεταφορικές ή συμβολικές που γίνονται ο βασικός μηχανισμός μιας αισθαντικής ποιητικής γλώσσας και παραγωγής νοήματος.
Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο ο ποιητής επινοεί και παρουσιάζει τις σκέψεις του από άποψη αισθητική, αλλά και γλωσσική, το χρώμα δηλαδή και η ισχύς της εσωτερικής φωνής του, το ύφος με άλλα λόγια της συλλογής είναι απλό, λιτό, με φυσικότητα, χωρίς περίπλοκα σχήματα και φράσεις, χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις. Είναι, επίσης, ευθύ και ειλικρινές ύφος, χωρίς προσποίηση και επιτήδευση, σοβαρό και σεμνό. Η σαφήνεια και η διαύγεια των στίχων αφήνουν τον αναγνώστη να βλέπει καθαρά τις ιδέες που κρύβονται κάτω από τις λέξεις και τις προτάσεις σε αντίθεση με την σκοτεινότητα ή την ασάφεια, που προτιμούν σε ορισμένες περιπτώσεις οι μοντέρνοι ποιητές. Η ορθότητα, η καθαρότητα, η ακρίβεια και η αρμονία στην απόδοση των εννοιών με τη χρήση των κατάλληλων λέξεων δημιουργούν ένα ευάρεστο ακουστικό αίσθημα. Ενδεικτικό στοιχείο, επίσης, του ύφους της ποίησης του είναι η ευγένεια και η ευπρέπεια, δηλαδή η χρησιμοποίηση λέξεων και φράσεων λεπτών και καλαίσθητων. Ο αναγνώστης διαβάζει ποιήματα τρυφερά και ρομαντικά σαν ένα τραγούδι, ταξιδεύει μέσα από τις εικόνες στα βράχια, στις ακρογιαλιές, στη θάλασσα με το ηλιοβασίλεμα, σε βράδια μελαγχολικά με κόκκινο φεγγάρι και εντάσσεται στη διαδικασία να αναρωτηθεί και να στοχαστεί για τον έρωτα, την αγάπη, τον πόνο, την απουσία, την αιωνιότητα.
Βρισκόμαστε στην οδό Ναυπλίου, σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που το μεταμόρφωνε κάποτε η αγάπη σε μια θάλασσα ανοιχτή για να ταξιδεύουν τα όνειρα. Ένας παλιός καναπές, ένα τραπέζι στρογγυλό με το μεγάλο βάζο γεμάτο λουλούδια, το γραφείο με τη μαύρη πολυθρόνα κοντά στο ανατολικό παράθυρο και πιο εκεί ένα κρεβάτι. Μέσα σ’ αυτό το λιτό σκηνικό οι ερωτευμένοι αφήνονται στο βαλς των ματιών τους, και ανταλλάσσουν όρκους. Δυο άνθρωποι γυμνοί κι ανυπεράσπιστοι με κορμιά διάφανα ταξιδεύουν στην άβυσσο του έρωτα.

Θα σε αγαπώ πάντα
ακόμα και τότε που οι λέξεις
θα χαθούν από τον άνεμο
μέσα στο σύμπαν,
θα γράφω στα σύννεφα του ουρανού
με μελάνι από τις φλέβες μου
θα σε αγαπώ πάντα.

Στην πορεία του χρόνου, όμως, τα πράγματα ανατρέπονται. Μέσα από τον ρομαντισμό του παρελθόντος αναδεικνύεται ο σκληρός ρεαλισμός του παρόντος. Όλα μοιάζουν να έχουν ναυαγήσει. Η αιτία δεν αναφέρεται, ούτε και αποδίδονται ευθύνες. Δανείζομαι στίχους από διαφορετικά ποιήματα της συλλογής:

Βράδυ Κυριακής.
Η απουσία σου γίνεται ανοιχτή πληγή.
Η σιωπή στο δωμάτιο γίνεται θηλιά στο λαιμό μου.
Φύγανε όλοι έμεινα μόνος.
Πληγωμένος
Τριγυρνώ σαν μια σκιά.
Ο χρόνος περνά και χάνεται
περιμένω ένα σημάδι σου.
Ο χρόνος περνά και χάνεται
κι εσύ δεν είσαι εδώ.
Μου λείπεις τόσο πολύ.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως δύο είναι οι κύριοι άξονες της συλλογής: η μνήμη και η ελπίδα. Η μνήμη αναφέρεται στο παρελθόν. Η ελπίδα αναφέρεται και προσδοκά κάτι στο μέλλον. Το παρελθόν όμως έχει περάσει και το μέλλον είναι άδηλο. «Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον», είχε πει ο αρχαίος ρήτορας Ισοκράτης. Η μνήμη και η ελπίδα είναι δυο σημεία άλωσης του ανθρώπου. Και τα δύο αυτά εμποδίζουν τον άνθρωπο να ζήσει στο παρόν και προκαλούν πόνο. Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του ποιητή:

Χάνομαι στο παρελθόν.
Ταξιδεύω στο μέλλον
για να σε ξανασυναντήσω.
Πονάω στο παρόν.
Γι’ αυτό πονάει. Διότι ζει με τις αναμνήσεις και ελπίζει όχι σε κάτι καινούργιο, που θα τον ανανεώσει ή θα τον λυτρώσει, αλλά ελπίζει στην αναβίωση του παρελθόντος. Μα, κι αν ξαναφέρουμε ή αναστήσουμε το παρελθόν θα είναι πια αυτό που ήταν κάποτε;
Η μνήμη σχετίζεται με την πείρα ή την σοφία που έχουμε αποκτήσει. Χάνεται στο βάθος του χρόνου και όσο χάνεται τόσο φανερώνει την αλήθεια. Την αλήθεια που τότε δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε. Οι μνήμες όμως πολλές φορές μας στοιχειώνουν και ο νους που τις γεννά γίνεται δυνάστης. Όσο πιο ελεύθερος και αποστασιοποιημένος είναι ένας νους από τις σκέψεις τόσο πιο πολύ χώρο και χρόνο κατέχει. Όμως, ένας συνηθισμένος ανθρώπινος νους είναι μονίμως πολιορκημένος από τις σκέψεις, αναμνήσεις, εικόνες από το παρελθόν που συχνά γίνονται εμμονή, προβλήματα της καθημερινότητας, απωθημένα, φόβους, θυμούς κλπ. Ο πόνος λοιπόν προέρχεται από την προσκόλληση στην εμπειρία του νου. Ο νους δεν μπορεί να κάνει χώρο και να αποδεχτεί την καινούργια πραγματικότητα, στήνει τις παγίδες του και συχνά μας καθηλώνει στο χώρο των φαντασμάτων, με αποτέλεσμα να μένουμε μόνοι, να απέχουμε, να μην έχουμε επαφή με την πραγματικότητα, προσκολλημένοι σ’ έναν έρωτα «για ένα πουκάμισο αδειανό». Το αποτέλεσμα είναι να βλέπει ο άνθρωπος τη ζωή και τον χρόνο να φεύγουν ασυγκράτητα, θυμίζοντας του ένα ποτάμι που περνάει δίπλα του.
Υπάρχουν δύο παρελθόντα: το παρελθόν που υπήρχε και εξαφανίστηκε και το παρελθόν που υπάρχει και τώρα για μας ως αναπόσπαστο μέρος του παρόντος μας. Αυτό το δεύτερο παρελθόν μας απασχολεί εδώ στην ποιητική συλλογή, το οποίο όμως για να λειτουργήσει θετικά στο γίγνεσθαι του παρόντος θα πρέπει να μεταπλαστεί, να σμιλευτεί, να εξαγνιστεί, να φωτιστεί δημιουργικά από άλλη οπτική γωνία. Ο ποιητής θα μπορούσαμε να πούμε πως βρίσκεται στο μεταίχμιο, στην προσπάθεια του να λαξεύσει το παρελθόν του, να του δώσει σχήμα και μορφή και να το εντάξει στο πλαίσιο του παρόντος ως εσωτερική δύναμη και σοφία.
Ο δεύτερος άξονας της συλλογής, η ελπίδα από την άλλη πλευρά είναι μια παρηγοριά, μια προσδοκία, ένας μηχανισμός για να δώσει κανείς κουράγιο στον εαυτό του, σαν ένας ευγενικός ψίθυρος μέσα μας που θέλει να δώσει πίστη στην ύπαρξη του αδύνατου. Μα, αυτό που είναι αδύνατον να γίνει βάσει λογικής, δεν θα γίνει. Το μέλλον στοιχειώνεται από το βασανιστικό κράμα ελπίδας και φόβου, είναι αδιόρατο, δεν υπάρχει καν και συχνά ποτέ δεν έρχεται έτσι όπως το φαντάζεται ή το σχεδιάζει κανείς. Ακροβατώντας, όμως, μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος χάνει το παρόν ο ποιητής, την εξέλιξη, τη δράση. Σαν να μην μπορεί να απεγκλωβιστεί, σαν να μην ανοίγει καμία χαραμάδα φωτός στην ψυχή του.

«Τι να το κάνω
το φως των αστεριών
τώρα που δεν είσαι κοντά μου; »
γράφει ο ποιητής και μας θυμίζει τον στίχο του Γιάννη Ρίτσου: «Τι να τα κάνω τ’ άστρα αφού λείπεις;». Σ’ ένα άλλο ποίημά του λέει χαρακτηριστικά:
«Αν ήταν να ζήσω την αιωνιότητα
πώς θα μπορούσα χωρίς εσένα»

και μας παραπέμπει στον στίχο του μεγάλου ποιητή Τάσου Λειβαδίτη, «Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα, θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.»

Βράδυ στην οδό Ναυπλίου
της νεκρής πόλης σε περιμένω να έρθεις
Σε αναζητώ με το βλέμμα μου
πέρα από τον ορίζοντα
Ρωτώ τα αστέρια
μη και σε είδαν
Ρωτώ το βραδινό αεράκι
μη και σε συνάντησε
εκεί δεμένος
στο κατάρτι της μοναξιάς μου
ακούω το παλιό τραγούδι του χειμώνα
και προσμένω έστω και τη σκιά από το χαμόγελό σου

Μονάχος
πληγωμένος
τριγυρνώ στους έρημους δρόμους
της σκοτεινής πολιτείας
σαν μια σκιά, προσπαθώντας
να σε ξεριζώσω από μέσα μου
κλαίω για να αδειάσω την ψυχή μου από την αγάπη σου
φωνάζω να το ακούσουν τ’ αυτιά μου
μήπως και το πιστέψω
βουτάω στη θάλασσα για να φύγουν τα ίχνη
από τα χάδια σου πάνω από το κορμί μου
κρύβομαι στη σιωπή
μήπως βρω τον εαυτό μου
χαμένο στη φλόγα των ματιών σου
το μόνο που μου απέμεινε είναι να χαράξω τις φλέβες μου
μόνο τότε θα έχεις βγει από μέσα μου
μόνο τότε θα σε έχω σκοτώσει
μόνο τότε θα έχουμε τελειώσει.

Είναι, νομίζω, ολοφάνερα στους στίχους του και το σκοτάδι και ο πόνος, αλλά και απολύτως αναγκαία για να επαναπροσδιοριστεί κανείς. Ο πόνος είναι ευεργετικός. Σπάει τα δεσμά της ψευδαίσθησης, γκρεμίζει τα ετοιμόρροπα στηρίγματα, είναι επανεξέταση, επαναθεώρηση για να εισέλθει ο άνθρωπος σε μια νέα ισορροπία. Μας φέρνει σε εγρήγορση και οι στιγμές αυτές εμπεριέχουν το δυναμικό μιας μεγάλης μεταμόρφωσης. «Κι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα για να μάθεις κάποτε ποιος είσαι», λέει ο Τάσος Λειβαδίτης. Το βέλος που πονάει μπορεί ν’ αξιοποιηθεί.

Στη συλλογή επαναλαμβάνεται συχνά το ρήμα «αγαπώ», όχι τυχαία.

Σ’ αγαπώ χωρίς να ξέρω το γιατί χωρίς να ξέρω το πώς.
Σ’ αγαπώ δεν ξέρω άλλο τρόπο για να ζω.
Έγραψα ποιήματα για σένα για να μάθω να αγαπώ.

Το ρήμα «αγαπώ» μολονότι απαντά ήδη στον Όμηρο και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη έκταση σε όλη την αρχαιότητα φθάνοντας μέχρι σήμερα, δεν μας είναι ακόμη γνωστή η ετυμολογική του προέλευση. Χαρακτηρίζεται στα ειδικά λεξικά ως «αγνώστου ετύμου». Μία ετυμολογική υπόθεση είναι: αγαπώ < ἄγα(ν) «πολύ» + πᾶ– «προστατεύω» , δηλαδή από μια αρχική σημασία «προστατεύω πολύ» . Ίσως πάλι παιχνιδίζοντας με το ρήμα κάποιοι θεωρούν πως σ’ αγαπώ σημαίνει «άγω σε εις το παν».
Στη συλλογή αυτή ο ποιητής συνυφαίνει την αγάπη με το παν, την αιωνιότητα. Η αγάπη διαχέεται στο σύμπαν. Προσπαθεί να κάνει μια υπέρβαση ο ποιητής Διονύσης Ξένος. Γράφοντας ποιήματα για την αγάπη προσπαθεί να μεταστοιχειώσει τον πόνο του ερωτικού αδιεξόδου, να ξεπεράσει δηλαδή την παραφθορά του έρωτα ως αδιέξοδο πάθος της φύσης, ως μια τυφλή και ενστικτώδη ορμή ηδονισμού, κτητικότητας και υποταγής του άλλου. Για να ξεφύγει απ’ τον πόνο οδηγείται σε μια αγαπητική αυθυπέρβαση, ζει για χάρη του άλλου, από αγάπη για τον άλλον και μόνο τότε ελευθερώνεται ο δρόμος και γίνεται ο έρωτας κοινωνία, οδός και χάρισμα ζωής, εκεί που η γυμνότητα του σώματος παύει να είναι ντροπή (θυμίζω την πτώση των Πρωτόπλαστων απ’ τον Παράδεισο), διότι στον αληθινό έρωτα το σώμα ενδύεται τον μανδύα της ψυχής και γίνεται κίνηση έσχατης εμπιστοσύνης και αυτοπροσφοράς. Φτάνουμε έτσι στην πιο μεγαλειώδη μορφή του έρωτα, δηλαδή σ’ αυτό που ζει αιώνια, εκεί όπου ενοποιείται η ενέργεια της φύσης και δεν τεμαχίζεται σε ατομικότητες που ζουν για τον εαυτό της η καθεμιά, εκεί που ανταποκρίνεται ο άνθρωπος στο ερωτικό κάλεσμα του Θεού. Ο Χριστός ενσαρκώνει το υπόδειγμα του «όντως έρωτος». «Αυτός ημών ηράσθη πρώτος και ουκ ηράσθη μόνον αλλά και ητιμάσθη υπέρ ημών και εραπίσθη και εσταυρώθη και εν νεκροίς ελογίσθη.» Γι’ αυτό και θεωρώ από τα πιο ωραία ποιήματα της συλλογής αυτό που απευθυνόμενος στον Θεό λέει:

Κύριε
η αγάπη πέθανε
πώς μπορείς
και ανέχεσαι
αυτόν τον κόσμο;

Η ζωή είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Η δίψα είναι το πιο βασανιστικό μαρτύριο. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή ή έχουμε δοκιμάσει είναι ασήμαντο και μηδαμινό μπροστά σ’ αυτό που διψάμε. Είμαστε εγκλωβισμένοι στα στενά και φθαρμένα σχήματα του κόσμου, ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου, των αισθήσεων και των παθών και το όντως νόημα εμφανίζεται μόνο όταν το Εγώ που είναι το κέντρο της προσωπικότητας συναντά και έρχεται σε επαφή με τον Εαυτό που είναι κέντρο του πραγματωμένου είναι. Η επαφή του Εγώ και του Εαυτού στον άνθρωπο δίνουν την αίσθηση ότι υπάρχει μέσα μας ένας χώρος που δεν έχει έκταση κι ένας χρόνος άχρονος, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, ένα μεθυστικό άρωμα ευτυχίας, ένας ενθουσιασμός (εν + Θεός, αυτός που έχει τον Θεό μέσα του). Είναι η στιγμή που μέσα απ’ την αγάπη ανοίγει η θέα και η πύλη για να εισέλθει το πρόσωπο στην αιωνιότητα ξεπερνώντας τον πόνο και τη συντριβή.

*Η Μάρθα Παπαδόπουλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και υποκριτική τέχνη στη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γ. Θεοδοσιάδη

 

 

Όταν η ποίηση ψάχνει τις λέξεις της στις σημαδιακές απουσίες, τότε γράφονται μικρά θαύματα. Ίσως γιατί δεν χρειάζεται καμία δικαιολογία λογοτεχνική για να εκφραστεί· αρκεί η εσωτερική συνθήκη του πόνου, η μόνη που με ειλικρίνεια και χωρίς φτιασίδια -πόσο περιττά φαντάζουν τώρα- δηλώνει την ποιητική παρουσία.
Ο Διονύσης Ξένος αφιερώνει θεματικά τη συλλογή του αυτή σε μια απουσία. Και κατορθώνει μέσα 47 (τα περισσότερα ολιγόστιχα) ποιήματα να μεταφέρει τη γνήσια αίσθηση του κενού διαστήματος, που αφήνει η ανθρώπινη παρουσία, όταν περπατά πλέον σε αλλότριους δρόμους. Η βίωση της απουσίας, ωστόσο, καθόλου απλή και μονοσήμαντη δεν είναι. Τα στάδια, από τα οποία διέρχεται το ποιητικό υποκείμενο, δηλώνουν ένα ένα τη χαμηλόφωνη οδύνη τους.

Η άρνηση

Η αδυναμία αποδοχής του τετελεσμένου, η ενδόμυχη ελπίδα -όσο παράλογη κι αν είναι- αφήνει χώρο για εξωλογικά επιχειρήματα· όχι, δεν έχουν δίκιο όσοι αντικρίζουν μια αλήθεια συμβατικά αποδεκτή. Ας μείνει η φωνή του ποιητή να μιλά για το απρόσιτο μα ικανό να φέρει την παραμυθία, την παρηγοριά.

Μου λένε
ότι έχεις φύγει
για το μακρινό ταξίδι
δεν τους πιστεύω
είσαι εδώ
στο κέντρο της άδειας πλατείας
με το κόκκινο φόρεμα
να με περιμένεις
δεν τους πιστεύω
αν είχες φύγει
θα άφηνες την καρδιά σου
να με προσέχει

Η αναζήτηση

Τόσα αγγίγματα, τόση αύρα σωματική ακούμπησε στα πράγματα γύρω. Όλα αυτά δεν διατηρούν κάτι από το απόν πλέον σώμα; Δεν είναι μια χειροπιαστή πραγματικότητα η αφή που δεν εξανεμίστηκε, ίσως γιατί έχει μέσα της την παντοδύναμη μνήμη των αγγιγμάτων; Και ο χώρος; Αυτός δεν διατηρεί την ανάμνηση από τα μάτια που τον κοίταξαν;

Βράδυ
στην οδό Ναυπλίου
της νεκρής πόλης
σε περιμένω να έρθεις
Σε αναζητώ με το βλέμμα μου
πέρα από τον ορίζοντα
Ρωτώ τα αστέρια
μη και σε είδαν
Ρωτώ το βραδινό αεράκι
μη και σε συνάντησε
εκεί δεμένος
στο κατάρτι της μοναξιάς μου
ακούω το παλιό τραγούδι
του χειμώνα
και προσμένω έστω
και τη σκιά
από το χαμόγελό σου

Η διάρκεια

Ο λόγος αποτυπώθηκε στο χαρτί κι έγινε ποιητικός παλμός. Έχει πλέον ξεφύγει από τη θνητή του αφορμή, έχει αυτόνομα διαχυθεί σε μια αιωνιότητα αναγνώσεων, ικανός να συγκινήσει, να ταυτιστεί με νέο πόνο. Η αγάπη θα συνεχίσει τη δική της πορεία, εν τη απουσία του προσώπου, με όχημα τη μνήμη. Η σειρά των αναμνήσεων δεν γίνεται να χαθεί.

Θα σε αγαπώ πάντα
ακόμα και τότε που οι λέξεις
θα χαθούν από τον άνεμο
μέσα στο σύμπαν,
ακόμα και τότε που η λαλιά μας
θα έχει χάσει τα χρώματά της
θα γράφω στα σύννεφα του ουρανού
με μελάνι από τις φλέβες μου
θα σε αγαπώ πάντα.

Η δημιουργία

Η συμφιλίωση με την οδυνηρή πραγματικότητα· ο θάνατος, η απώλεια, υπαρκτές συνθήκες ζωής, αναπόφευκτες. Δεν είναι πλέον ο φόβος του σκοτεινού περάσματος προς μια νέα όψη του κόσμου. Ούτε και περιδεής στέκεται ο ποιητής μπροστά στη νέα αλήθεια, που του φανερώθηκε οδυνηρά. Μα, να. Είναι που πάντα υπάρχει ο έρωτας, απρόσκλητος και θρασύς. Είναι που ίσως θα πρέπει πάλι να συμμαζέψει τα σπασμένα φτερά του και να πετάξει -λαθρεπιβάτης αυτός-, είναι ο φόβος του έρωτα που πάντα καραδοκεί να εξαλείψει μνήμες παλαιές και να σβήσει τα θολά αγγίγματα. Μια νέα πνοή -όχι μόνον ποιητική- τον καλεί πίσω στη ζωή. Προσμονή που θέτει τέλος στη μοναξιά ή μήπως καταφύγιο φθονερό; Με το παρακάτω ποίημα κλείνει η ποιητική συλλογή – καθόλου τυχαία η τελική ποιητική κατάθεση.

Πλέον δεν φοβάμαι
το θάνατο
φοβάμαι μόνο τον έρωτα
γιατί θα πρέπει
να ξαναγίνω
λαθρεπιβάτης
στα φτερά των πουλιών

Στο εξώφυλλο του βιβλίου (η ζωγραφιά από τον Σπύρο Ξένο) η μοναχική θαλασσινή πορεία. Δεν έχει σημασία αν αφορά το σώμα που χάνεται σε άγνωστο τοπίο ή αυτό που παραμένει να ομιλεί ποιητικά μέσα στην οδυνηρή απώλεια. Μικρή η διαφορά, καθώς οι απουσίες πάντα δύο πλευρές έχουν.

Διώνη Δημητριάδου
Πρώην Καθηγήτρια Φιλόλογος του ΥΠΕΠΘ
Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών